Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dark glasses
01
σκοτεινά γυαλιά, γυαλιά ηλίου
(plural) spectacles that are darkened or polarized to protect the eyes from the glare of the sun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dark glasses



























