Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Damson plum
01
δαμασκηνό δαμάσκηνο, σκούρο μωβ δαμάσκηνο
dark purple plum of the damson tree
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
damson plums
02
δαμασκηνιά, δαμασκηνό δέντρο
plum tree long cultivated for its edible fruit
03
δαμάσκηνο των Αντίλλων, δαμάσκηνο Αντίλλων
tropical American timber tree with dark hard heavy wood and small plumlike purple fruit



























