Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dam up
01
φράζω, αντιστέκομαι
obstruct with, or as if with, a dam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
dam
ενεστώτας
dam up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dams up
ενεστώτα μετοχή
damming up
απλός αόριστος
dammed up
παθητική μετοχή
dammed up
02
καταπιέζω, συγκρατώ
to hold back one's emotions, particularly anger or sadness, rather than openly acknowledging or dealing with them in a healthy manner
Παραδείγματα
Despite feeling hurt, Tom dammed up his sadness and pretended everything was fine to avoid confrontation.
Παρά το ότι αισθάνθηκε πληγωμένος, ο Τομ κατέπνιξε τη θλίψη του και προσποιήθηκε ότι όλα ήταν καλά για να αποφύγει τη σύγκρουση.



























