Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dam up
01
φράζω, αντιστέκομαι
obstruct with, or as if with, a dam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
dam
ενεστώτας
dam up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dams up
ενεστώτα μετοχή
damming up
απλός αόριστος
dammed up
παθητική μετοχή
dammed up
02
καταπιέζω, συγκρατώ
to hold back one's emotions, particularly anger or sadness, rather than openly acknowledging or dealing with them in a healthy manner
Παραδείγματα
Sophie felt overwhelmed by her workload but dammed up her feelings of stress, fearing it would be perceived as weakness by her colleagues.
Η Σοφί αισθάνθηκε καταπονημένη από το φόρτο εργασίας της αλλά κατέστειλε τα συναισθήματα άγχους της, φοβούμενη ότι θα γίνουν αντιληπτά ως αδυναμία από τους συναδέλφους της.



























