cutpurse
Pronunciation
/ˈkʌtˌpɝs/
/ˈkʌtˌpɜːs/

Ορισμός και σημασία του "cutpurse"στα αγγλικά

01

πορτοφολάς, κλέφτης τσέπης

a thief who steals from the pockets or purses of others in public places
cutpurse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cutpurses

Λεξικό Δέντρο

cutpurse

cut

+

purse

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store