cut into
cut
ˈkʌt
kat
in
ɪn
in
to
too
/kˈʌt ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "cut into"στα αγγλικά

to cut into
01

σκάβω, ανακατεύω τη γη

turn up, loosen, or remove earth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
cut
ενεστώτας
cut into
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuts into
ενεστώτα μετοχή
cutting into
απλός αόριστος
cut into
παθητική μετοχή
cut into
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store