Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cut into
01
σκάβω, ανακατεύω τη γη
turn up, loosen, or remove earth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
cut
ενεστώτας
cut into
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuts into
ενεστώτα μετοχή
cutting into
απλός αόριστος
cut into
παθητική μετοχή
cut into



























