cupidity
cu
kju:
kyoo
pi
ˈpɪ
pi
di
di
ty
ti
ti
luciditylividityranciditystupidity

Ορισμός και σημασία του "cupidity"στα αγγλικά

01

πλεονεξία

the strong desire for attaining a lot of money or material goods 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His cupidity drove him to make unethical business deals. 

Η απληστία του τον οδήγησε να κάνει ανήθικες επιχειρηματικές συμφωνίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cupidity
cupid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store