Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cultivator
01
καλλιεργητής, μοτοκαλλιεργητής
a piece of mechanical equipment used to break up the soil and remove weeds from the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cultivators
02
αγρότης, καλλιεργητής
a person who grows crops and works the land
Παραδείγματα
The cultivator prepared the field before planting seeds.
Ο καλλιεργητής προετοίμασε το χωράφι πριν φυτέψει τους σπόρους.
Λεξικό Δέντρο
cultivator
cultivate
culture



























