Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cry out for
[phrase form: cry]
01
απαιτώ με έμφαση, ζητώ με επιμονή
to strongly demand or require attention, action, or a particular response
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out for
βασικό ρήμα
cry
ενεστώτας
cry out for
γ΄ ενικό πρόσωπο
cries out for
ενεστώτα μετοχή
crying out for
απλός αόριστος
cried out for
παθητική μετοχή
cried out for
Παραδείγματα
The neglected park with overgrown vegetation cries out for a community cleanup effort.
Το παραμελημένο πάρκο με την αφύσικα αναπτυγμένη βλάστηση ζητά μια κοινωνική προσπάθεια καθαρισμού.



























