to cry out
Pronunciation
/kɹˈaɪ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "cry out"στα αγγλικά

to cry out
01

φωνάζω, κραυγάζω

utter aloud; often with surprise, horror, or joy
to cry out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
cry
ενεστώτας
cry out
γ΄ ενικό πρόσωπο
cries out
ενεστώτα μετοχή
crying out
απλός αόριστος
cried out
παθητική μετοχή
cried out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store