crude oil
crude
kru:d
krood
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "crude oil"στα αγγλικά

01

αργό πετρέλαιο

a dark oil consisting mainly of hydrocarbons 
crude oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crude oils

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store