to cross examine
cross
krɒs
κροσ
ex
ɪg
ιγκ
a
ˈzæ
ζαι
mine
mɪn
μιν

Ορισμός και σημασία του "cross examine"στα αγγλικά

to cross examine
01

αντικρούω, ανακρίνω από τον αντίπαλο δικηγόρο

to question a witness in court by the opposing lawyer to test their testimony 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cross-examine
γ΄ ενικό πρόσωπο
cross-examines
ενεστώτα μετοχή
cross-examining
απλός αόριστος
cross-examined
παθητική μετοχή
cross-examined
Παραδείγματα
The lawyer will cross-examine the witness tomorrow. 

Ο δικηγόρος θα ανακρίνει αντισυκοφαντικά τον μάρτυρα αύριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store