Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cross examine
01
αντικρούω, ανακρίνω από τον αντίπαλο δικηγόρο
to question a witness in court by the opposing lawyer to test their testimony
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cross-examine
γ΄ ενικό πρόσωπο
cross-examines
ενεστώτα μετοχή
cross-examining
απλός αόριστος
cross-examined
παθητική μετοχή
cross-examined
Παραδείγματα
Judges allow lawyers to cross-examine witnesses carefully.
Οι δικαστές επιτρέπουν στους δικηγόρους να ανακρίνουν διασταυρωτικά τους μάρτυρες προσεκτικά.



























