Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cross-cultural
01
διαπολιτισμικός, διασταυρούμενος πολιτισμικά
involving or comparing two or more different cultures, especially to understand their differences or similarities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most cross-cultural
συγκριτικός βαθμός
more cross-cultural
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The course included cross-cultural case studies.
Το μάθημα περιελάμβανε μελέτες περιπτώσεων διαπολιτισμικές.



























