Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cross-country
01
διασχίζοντας την ύπαιθρο, εκτός διαδρομής
away from the roads and tracks and across the countryside
02
διασχίζοντας τη χώρα, εκτός διαδρομής
not following tracks or roads
Cross-country
01
cross-country, αντικρύς δρόμος
the sport of running, riding, skiing, or driving over natural terrain
Παραδείγματα
The cross-country is known for its demanding course.
Το cross-country είναι γνωστό για την απαιτητική διαδρομή του.



























