croft
croft
krɒft
κροφτ
craftcroatcruft

Ορισμός και σημασία του "croft"στα αγγλικά

01

ένα μικρό νοικιασμένο αγρόκτημα γύρω από ένα σπίτι ή το ίδιο το σπίτι, ειδικά στη Σκωτία

a small rented farm around a house or the house itself, especially in Scotland 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
crofts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store