Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crime wave
01
κύμα εγκληματικότητας, έξαρση εγκληματικότητας
a sudden increase in the number of crimes in a place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crime waves
Παραδείγματα
The recent crime wave has raised serious concerns about public safety and law enforcement effectiveness.
Το πρόσφατο κύμα εγκληματικότητας έχει προκαλέσει σοβαρές ανησυχίες για τη δημόσια ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της επιβολής του νόμου.



























