Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crewman
01
μέλος πληρώματος, ναύτης
a person who is part of the team responsible for the operation, maintenance, and tasks associated with a vessel, such as a ship or boat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
crewmen
αρσενικό ενικό
crewman
θηλυκό ενικό
crewmember
neutral form
crewmember
02
μέλος πληρώματος, εργάτης
a member of a work crew
03
μέλος πληρώματος, μέλος πληρώματος πτήσης
a member of a flight crew
LanGeek



























