Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crescendo
01
κρεσέντο, σταδιακή αύξηση
a slow and constant increase in the loudness of a musical piece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crescendos
Παραδείγματα
The symphony built to a powerful crescendo that left the audience breathless.
Η συμφωνία έφτασε σε ένα ισχυρό κρεσέντο που άφησε το κοινό άφωνο.
02
αποκορύφωμα
the peak or climax of a process, activity, or sequence of events
Παραδείγματα
Tensions between the two countries reached a crescendo when diplomatic relations broke down.
Οι εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών έφτασαν σε κρεσέντο όταν διακόπηκαν οι διπλωματικές σχέσεις.
crescendo
01
κρεσέντο, αυξανόμενος
(of sound) characterized by a progressive amplification
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crescendo
συγκριτικός βαθμός
more crescendo
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The orchestra played a crescendo passage that built suspense.
Η ορχήστρα έπαιξε ένα κρεσέντο πέρασμα που δημιούργησε αγωνία.
to crescendo
01
κρεσέντο, αυξάνεται σε ένταση
to increase in loudness or intensity, especially in music or speech
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crescendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
crescendoes
ενεστώτα μετοχή
crescendoing
απλός αόριστος
crescendoed
παθητική μετοχή
crescendoed
Παραδείγματα
The argument crescendoed until no one could hear themselves think.
Το επιχείρημα κρεσέντο μέχρι που κανείς δεν μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις του.
Λεξικό Δέντρο
decrescendo
crescendo



























