Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crescendo
01
κρεσέντο, σταδιακή αύξηση
a slow and constant increase in the loudness of a musical piece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crescendos
Παραδείγματα
The crescendo in the song added an emotional depth to the performance.
Το κρεσέντο στο τραγούδι πρόσθεσε ένα συναισθηματικό βάθος στην παράσταση.
02
αποκορύφωμα
the peak or climax of a process, activity, or sequence of events
Παραδείγματα
The protest movement reached a crescendo as thousands of demonstrators filled the streets demanding change.
Το κίνημα διαμαρτυρίας έφτασε σε κρεσέντο καθώς χιλιάδες διαδηλωτές γέμισαν τους δρόμους απαιτώντας αλλαγή.
crescendo
01
κρεσέντο, αυξανόμενος
(of sound) characterized by a progressive amplification
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most crescendo
συγκριτικός βαθμός
more crescendo
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film's score featured a crescendo motif during the final scene.
Η μουσική της ταινίας περιελάμβανε ένα μοτίβο κρεσέντο κατά τη διάρκεια της τελικής σκηνής.
to crescendo
01
κρεσέντο, αυξάνεται σε ένταση
to increase in loudness or intensity, especially in music or speech
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crescendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
crescendoes
ενεστώτα μετοχή
crescendoing
απλός αόριστος
crescendoed
παθητική μετοχή
crescendoed
Παραδείγματα
They crescendo dramatically during the bridge.
Κρεσέντο, αυξάνονται δραματικά κατά τη διάρκεια της γέφυρας.
Λεξικό Δέντρο
decrescendo
crescendo



























