Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Creole
01
κρεολική γλώσσα, κρεολικά
a language that has been evolved from a mixture of a European and a local language, spoken as a mother tongue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
creoles
02
Κρεόλ, άτομο που κατάγεται από Γαλλικούς προγόνους στο νότο των Ηνωμένων Πολιτειών (ειδικά στη Λουιζιάνα)
a person descended from French ancestors in southern United States (especially Louisiana)
03
κρεόλ, πρόσωπο ευρωπαϊκής καταγωγής που γεννήθηκε στις Δυτικές Ινδίες ή τη Λατινική Αμερική
a person of European descent born in the West Indies or Latin America
creole
01
κρεολικός
of or relating to or characteristic of native-born persons of French descent in Louisiana
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
κρεολικός, σχετικός με κρεολική γλώσσα
of or relating to a language that arises from contact between two other languages and has features of both
03
κρεολικά, με τολμηρές γεύσεις και ένα μείγμα θαλασσινών
featuring bold flavors and a mix of seafood, meats, and vegetables
Λεξικό Δέντρο
creolize
creole



























