Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cox
01
πηδαλιούχος, cox
a member of a rowing team responsible for steering the boat and coordinating the rowers' movements during races and practices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coxes
Παραδείγματα
The cox's commands were clear and decisive, keeping the rowers synchronized.
Οι εντολές του πηδαλιούχου ήταν σαφείς και αποφασιστικές, διατηρώντας τους κωπηλάτες συγχρονισμένους.
02
cox-1, cox-2
either of two related enzymes that control the production of prostaglandins and are blocked by aspirin
to cox
01
πηδαλιούχος, ενεργώ ως πηδαλιούχος
act as the coxswain, in a boat race
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cox
γ΄ ενικό πρόσωπο
coxes
ενεστώτα μετοχή
coxing
απλός αόριστος
coxed
παθητική μετοχή
coxed



























