cowshed
cow
ˈkaʊ
kaw
shed
ʃɛd
shed
/kˈa‍ʊʃɛd/

Ορισμός και σημασία του "cowshed"στα αγγλικά

01

αχυρώνας, σταύλος για αγελάδες

a farm building where cows are kept
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowsheds

Λεξικό Δέντρο

cowshed

cow

+

shed

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store