cowshed
cow
ˈkaʊ
kaw
shed
ʃɛd
shed

Ορισμός και σημασία του "cowshed"στα αγγλικά

01

αχυρώνας, σταύλος για αγελάδες

a farm building where cows are kept 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cowsheds
Παραδείγματα
The cows are resting in the cowshed. 

Οι αγελάδες ξεκουράζονται στο αχυρώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cowshed

cow

+

shed

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store