Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cowshed
01
αχυρώνας, σταύλος για αγελάδες
a farm building where cows are kept
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cowsheds
Παραδείγματα
The cows are resting in the cowshed.
Οι αγελάδες ξεκουράζονται στο αχυρώνα.



























