Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cows
01
αγελάδες, βοοειδή
domesticated bovine animals as a group regardless of sex or age
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cows



























