Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cowrie
01
καούρι, θαλάσσιος σαλιγκάρι
a small marine snail with a brightly colored and polished shell that is often used for decorative and cultural purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowries



























