Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cowherd
01
βοσκός, βουκόλος
a hired hand who tends cattle and performs other duties on horseback
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowherds
Λεξικό Δέντρο
cowherd
cow
herd



























