coward
coward
kaʊərd
καουαρντ
/ˈkaʊəd/

Ορισμός και σημασία του "coward"στα αγγλικά

01

δειλός, φυγόπονος

a person who is not brave to do things that other people find unchallenging
coward definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cowards
Παραδείγματα
His reputation suffered when he was branded a coward after backing down from a confrontation.
Η φήμη του υπέφερε όταν χαρακτηρίστηκε δειλός αφού υποχώρησε από μια αντιπαράθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store