cover charge
co
ˈkʌ
ka
ver
ˌvə
charge
ʧɑ:ʤ
chaaj

Ορισμός και σημασία του "cover charge"στα αγγλικά

01

τέλος εισόδου, χρέωση τραπεζιού

the amount of money that customers need to pay for occupying a table or entering an establishment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cover charges

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store