courteous
cour
ˈkɜ:
teous
tiəs
tiēs
courageous

Ορισμός και σημασία του "courteous"στα αγγλικά

01

ευγενικός, κόσμιος

behaving with politeness and respect 
courteous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most courteous
συγκριτικός βαθμός
more courteous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The staff were exceptionally courteous throughout the event. 

Το προσωπικό ήταν εξαιρετικά ευγενικό καθ' όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης.

02

ευγενικός, καλότροπος

characterized by courtesy and gracious good manners 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store