Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Airplane propeller
01
ελικόπτερο αεροπλάνου, προωθητήρας αεροσκάφους
a propeller that rotates to push against air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
airplane propellers



























