count noun
count
kaʊnt
kawnt
noun
naʊn
nawn

Ορισμός και σημασία του "count noun"στα αγγλικά

01

μετρήσιμο ουσιαστικό, ουσιαστικό που σχηματίζει πληθυντικό

(grammar) a noun that forms a plural and a singular 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
count nouns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store