cotton ball
cotton
kɒtn
kotn
ball
bɔ:l
bawl

Ορισμός και σημασία του "cotton ball"στα αγγλικά

01

μπάλα βαμβακιού, βαμβακερή μπάλα

a small, round cotton fiber ball used for various cosmetic and personal care purposes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cotton balls
02

μπάλα βαμβακιού, μυκητιαστική ασθένεια των κράνμπερι

a fungus disease of cranberries 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store