Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cotswold
01
Κότσγουολντ, μια μεγάλη ράτσα εγχώριων προβάτων με μακρύ μαλλί
a large, long-wooled breed of domestic sheep known for its distinctive appearance, high-quality fleece, and adaptability to different environments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Cotswolds



























