Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cote
01
κοτέτσι
a small shelter or coop, usually for poultry or pigeons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cotes
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κοτέτσι