Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
correspondingly
01
αντίστοιχα, κατά συνέπεια
used to indicate a relation between two things
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The increase in advertising expenditure was correspondingly reflected in a rise in product sales.
Η αύξηση των δαπανών για διαφήμιση αντανακλάστηκε αντίστοιχα σε μια αύξηση των πωλήσεων του προϊόντος.
Λεξικό Δέντρο
correspondingly
corresponding
correspond



























