corn syrup
corn
ˈkɔ:n
kawn
sy
si
rup
rəp
rēp

Ορισμός και σημασία του "corn syrup"στα αγγλικά

01

σιρόπι καλαμποκιού, γλυκόζη καλαμποκιού

a sweet, sticky liquid derived from cornstarch, commonly used as a sweetener and food ingredient 
corn syrup definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She experimented with candy making and used corn syrup to create smooth and shiny lollipops in various flavors. 

Πειραματίστηκε με την παραγωγή καραμελών και χρησιμοποίησε σιρόπι καλαμποκιού για να δημιουργήσει λείες και γυαλιστερές γλειφιτζούρες σε διάφορες γεύσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store