corn flake
corn
kɔ:n
kawn
flake
fleɪk
fleik

Ορισμός και σημασία του "corn flake"στα αγγλικά

01

νιφάδα καλαμποκιού, δημητριακά καλαμποκιού

a type of food made from yellow and dried pieces of corn, eaten for breakfast often with milk 
corn flake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corn flakes
Παραδείγματα
She poured a bowl of corn flakes and added milk for breakfast. 

Έριξε ένα μπολ καλαμποκιού flakes και πρόσθεσε γάλα για το πρωινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store