corn flake
corn
kɔ:rn
κωρν
flake
fleɪk
φλεικ
/kˈɔːn flˈeɪk/

Ορισμός και σημασία του "corn flake"στα αγγλικά

01

νιφάδα καλαμποκιού, δημητριακά καλαμποκιού

a type of food made from yellow and dried pieces of corn, eaten for breakfast often with milk
corn flake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corn flakes
Παραδείγματα
She used corn flakes to make no-bake cookies for the party.
Χρησιμοποίησε καλαμποκόφλουδες για να φτιάξει μπισκότα χωρίς ψήσιμο για το πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store