Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cordless
01
ασύρματος, χωρίς καλώδιο
(of adevice or equipment) not connected to a power source by a cord or cable, and instead uses a battery or other means of power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cordless
συγκριτικός βαθμός
more cordless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He prefers using a cordless keyboard for his computer setup.
Προτιμά να χρησιμοποιεί ένα ασύρματο πληκτρολόγιο για τη ρύθμιση του υπολογιστή του.
Λεξικό Δέντρο
cordless
cord



























