cordiality
cor
ˌkɔ:
κο
dia
ˈdiæ
ντιαι
li
lə
λα
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "cordiality"στα αγγλικά

01

θερμότητα

the quality of being agreeable and pleasant, but polite and formal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cordiality
cordial
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store