Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Corbel
01
προεξοχή, κορνίζα
a piece of stone or wood protruding from a wall, supporting its above structure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corbels
to corbel
01
εξοπλίζω με προβόλου, τοποθετώ προβόλου
furnish with a corbel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corbel
γ΄ ενικό πρόσωπο
corbels
ενεστώτα μετοχή
corbelling
απλός αόριστος
corbelled
παθητική μετοχή
corbelled



























