corbel
Pronunciation
/ˈkɔɹbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "corbel"στα αγγλικά

01

προεξοχή, κορνίζα

a piece of stone or wood protruding from a wall, supporting its above structure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
corbels
to corbel
01

εξοπλίζω με προβόλου, τοποθετώ προβόλου

furnish with a corbel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
corbel
γ΄ ενικό πρόσωπο
corbels
ενεστώτα μετοχή
corbelling
απλός αόριστος
corbelled
παθητική μετοχή
corbelled
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store