air filter
air
ˈer
ερ
fil
fɪl
φιλ
ter
tər
ταρ
/ˈeə fˈɪltə/

Ορισμός και σημασία του "air filter"στα αγγλικά

01

φίλτρο αέρα, καθαριστής αέρα

a filter that removes dust from the air that passes through it
air filter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
air filters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store