Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Air cleaner
01
καθαριστής αέρα, φίλτρο αέρα
a filter that removes dust from the air that passes through it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
air cleaners
LanGeek



























