Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coordination compound
01
ένωση συντονισμού, συμπλοκό συντονισμού
a compound where a central metal atom or ion is bonded to surrounding molecules or ions through coordinate bonds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coordination compounds
Παραδείγματα
A coordination compound forms when metal ions bind with ligands.
Ένα σύνθετο συντονισμού σχηματίζεται όταν τα ιόντα μετάλλων δεσμεύονται με λιγάντα.



























