cooking oil
coo
ˈkʊ
koo
king
kɪng
king
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "cooking oil"στα αγγλικά

01

λάδι μαγειρικής, εδώδιμο λάδι

a liquid fat derived from plants or animals used for cooking purposes 
cooking oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cooking oils
Παραδείγματα
Extra virgin olive oil is a popular cooking oil known for its rich flavor and health benefits. 

Το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο είναι ένα δημοφιλές λάδι μαγειρικής γνωστό για τον πλούσιο γεύση και τα οφέλη για την υγεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store