Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conversationally
01
συνομιλητικά, ανεπίσημα
in an informal or casual style, typical of everyday speech
Παραδείγματα
They discussed the topic conversationally, using simple and familiar words.
Συζήτησαν το θέμα με συνομιλικό τρόπο, χρησιμοποιώντας απλές και γνωστές λέξεις.
02
συνομιλητικά, με συνομιλητικό τρόπο
in a manner involving conversation or spoken exchange between people
Παραδείγματα
Children acquire language more easily when adults engage them conversationally.
Τα παιδιά αποκτούν τη γλώσσα πιο εύκολα όταν οι ενήλικες ασχολούνται μαζί τους συνομιλητικά.
Λεξικό Δέντρο
conversationally
conversational
conversation
converse



























