conventionality
Pronunciation
/kənvˌɛnʃənˈælɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "conventionality"στα αγγλικά

Conventionality
01

συμβατικότητα, κομφορμισμός

the state or quality of adhering to accepted practices or norms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Conventionality often dictates social etiquette.
Η συμβατικότητα συχνά υπαγορεύει την κοινωνική εθιμοτυπία.
02

συμβατικότητα, κομφορμισμός

lack of originality or creativity due to excessive adherence to convention
Παραδείγματα
The music 's conventionality limited its emotional impact.
Η συμβατικότητα της μουσικής περιορίζει τη συναισθηματική της επίδραση.
03

συμβατικότητα, κομφορμισμός

conformity with accepted ideas, practices, or standards of thought and behavior
Παραδείγματα
The policy reflected the conventionality of bureaucratic thinking.
Η πολιτική αντικατόπτριζε τη συμβατικότητα της γραφειοκρατικής σκέψης.

Λεξικό Δέντρο

unconventionality
conventionality
conventional
convention
convene
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store