Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conventionality
01
συμβατικότητα, κομφορμισμός
the state or quality of adhering to accepted practices or norms
Παραδείγματα
Conventionality often dictates social etiquette.
Η συμβατικότητα συχνά υπαγορεύει την κοινωνική εθιμοτυπία.
02
συμβατικότητα, κομφορμισμός
lack of originality or creativity due to excessive adherence to convention
Παραδείγματα
The music 's conventionality limited its emotional impact.
Η συμβατικότητα της μουσικής περιορίζει τη συναισθηματική της επίδραση.
Λεξικό Δέντρο
unconventionality
conventionality
conventional
convention
convene



























