aids
aids
eɪdz
eidz
aidesaedesideseds

Ορισμός και σημασία του "AIDS"στα αγγλικά

01

AIDS, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας

a serious disease caused by a virus that attacks the body's immune system and weakens it, can cause death in severe cases 
AIDS definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
AIDS is a serious condition caused by the human immunodeficiency virus (HIV), which weakens the immune system. 

Το AIDS είναι μια σοβαρή πάθηση που προκαλείται από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο οποίος αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store