aide
aide
eɪd
eid
asideazideabideamide

Ορισμός και σημασία του "aide"στα αγγλικά

01

υπασπιστής, στρατιωτικός βοηθός

a military officer assigned to assist a senior officer with administrative or personal duties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aides
Παραδείγματα
The general's aide delivered the confidential message. 

Ο βοηθός του στρατηγού παρέδωσε το εμπιστευτικό μήνυμα.

02

βοηθός

someone whose job is giving assistance to an important person, particularly a politician 
Παραδείγματα
The senator's aide accompanies him to all official meetings and events. 

Ο βοηθός του γερουσιαστή τον συνοδεύει σε όλες τις επίσημες συναντήσεις και εκδηλώσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store