Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to contemplate
01
ατενίζω, συλλογίζομαι
to look at something carefully and think about it for a long time
Transitive: to contemplate a sight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contemplate
γ΄ ενικό πρόσωπο
contemplates
ενεστώτα μετοχή
contemplating
απλός αόριστος
contemplated
παθητική μετοχή
contemplated
Παραδείγματα
He sat in silence to contemplate the vast landscape before him.
Κάθισε σιωπηλά για να αναλογιστεί το απέραντο τοπίο μπροστά του.
02
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
to think about or consider something as a possibility
Transitive: to contemplate a choice or possibility
Παραδείγματα
After years of hard work, he decided to contemplate retirement and enjoy a slower pace of life.
Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, αποφάσισε να σκεφτεί τη συνταξιοδότηση και να απολαύσει ένα πιο αργό ρυθμό ζωής.
03
αναλογίζομαι, διαλογίζομαι
to spend time thinking deeply or focusing
Intransitive
Παραδείγματα
She likes to sit by the lake and contemplate in silence.
Της αρέσει να κάθεται δίπλα στη λίμνη και να συλλογίζεται σιωπηλά.
04
αναλογίζομαι, διαλογίζομαι
to spend time considering or thinking deeply about something
Transitive: to contemplate a subject
Παραδείγματα
She likes to contemplate her goals before making big decisions.
Της αρέσει να αναλογίζεται τους στόχους της πριν πάρει μεγάλες αποφάσεις.
Λεξικό Δέντρο
contemplation
contemplative
contemplate
contempl



























