Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agronomist
01
αγρονόμος, αγρονόμος μηχανικός
an expert in soil management and field-crop production
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
agronomists
Λεξικό Δέντρο
agronomist
agronom



























