Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cone
01
κώνος, γεωμετρικός κώνος
(geometry) a three dimensional shape with a circular base that rises to a single point
Παραδείγματα
The traffic cones were placed along the road to redirect vehicles during the construction work.
Οι κώνοι κυκλοφορίας τοποθετήθηκαν κατά μήκος του δρόμου για να ανακατευθύνουν τα οχήματα κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής.
02
κώνος, κώνος
an object with a circular base tapering smoothly to a single point
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cones
Παραδείγματα
She placed a paper cone on the table.
Τοποθέτησε ένα χάρτινο κώνο στο τραπέζι.
03
κώνος, κώνος αμφιβληστροειδούς
a type of light-sensitive receptor cell in the retina, responsible for color and bright-light vision
Παραδείγματα
The retina contains millions of cones.
Ο αμφιβληστροειδής περιέχει εκατομμύρια κώνους.
04
κώνος, στρόβιλος
a conical cluster of ovule- or spore-bearing scales or bracts in plants
Παραδείγματα
The pine tree bore several large cones.
Το πεύκο έφερε πολλούς μεγάλους κώνους.
05
κώνος, κουκουνάρι
the hard, seed-bearing fruit produced by certain evergreen trees
Παραδείγματα
A cone fell from the pine tree.
Ένας κώνος έπεσε από το πεύκο.
to cone
01
κωνικοποιώ, διαμορφώνω σε κώνο
to shape or form into a cone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cone
γ΄ ενικό πρόσωπο
cones
ενεστώτα μετοχή
coning
απλός αόριστος
coned
παθητική μετοχή
coned
Παραδείγματα
The baker coned the dough before baking.
Ο φούρναρης κωνόμορφε τη ζύμη πριν το ψήσιμο.
Λεξικό Δέντρο
conelike
cone



























