Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Computer keyboard
01
πληκτρολόγιο υπολογιστή, πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή
a device with a set of keys used to input data into a computer by typing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
computer keyboards
Παραδείγματα
She spilled coffee on her computer keyboard and had to replace it.
Έχυσε καφέ στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή της και έπρεπε να το αντικαταστήσει.



























