Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compressed
01
συμπιεσμένος, συμπυκνωμένος
tightly pressed together, resulting in reduced size or increased density
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most compressed
συγκριτικός βαθμός
more compressed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The compressed air in the canister propelled the paint onto the canvas.
Ο συμπιεσμένος αέρας στο δοχείο έσπρωξε τη μπογιά στον καμβά.
02
συμπιεσμένος, πιεσμένος
reduced in volume by pressure
03
συμπιεσμένος, επιπεδωμένος
flattened laterally along the whole length (e.g., certain leafstalks or flatfishes)
Λεξικό Δέντρο
compressed
compress



























